Αυτό τόξερες?

 

images stories products 4ce9c7a58be49 214468-375118103 0365ff7182(καθημερινές εκφράσεις που αγνοούμε την προέλευσή τους)

 ΑΛΛΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ ΚΙ ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑΣ
Ξέχωρα απ τον άνθρωπο, ο λαγός έχει και έναν άλλον εχθρό, την κουκουβάγια. Και οι διαφορές τους είναι ενοικιοστασιακές.

Η κουκουβάγια φτιάχνει τη φωλιά της, συνήθως στα χαλάσματα των σπιτιών, ανάμεσα σε λιθιές, σε ακατοίκητα καλύβια.

Όταν όμως ζει στο δάσος, σπίτια δεν υπάρχουν κι έτσι δεν διστάζει να κάνει με το ζόρι έξωση στον λαγό. Σταμπάρει τη φωλιά του και σε κατάλληλη ευκαιρία ορμάει, σκοτώνει το λαγουδάκι η τα λαγουδάκια με το ράμφος και τα νύχια της και κάθεται αυτή στο έτοιμο σπίτι. Όταν όμως οι κυνηγοί φτάσουν, ακολουθώντας τα αχνάρια του λαγού η με τη βοήθεια του σκυλιού τους, μπροστά στη φωλιά του λαγού, τότε αντικρίζουν στην <<μπούκα>> δυο πελώρια γυαλιστερά μάτια, τα μάτια όχι του λαγού, αλλά της κουκουβάγιας.

ΑΛΛΑΞΕ Ο ΜΑΝΟΛΙΟΣ ΚΙ ΕΒΑΛΕ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΑΛΛΙΩΣ
Η φράση αυτή ξεκίνηση από παροιμία, αλλά έγινε παροιμιακή έκφραση από το παρακάτω περιστατικό..
Στους χρόνους του Οθωνα, υπήρχε ένας γνωστός, κουρελιάρης τύπος ο Μανόλης Μπατίνος. Δεν υπήρχε κανείς στην Αθήνα που να μην τον γνώριζε, μα και να μην τον συμπαθούσε. Οι κάτοικοι του έδιναν πολλές φορές κανένα παντελόνι η κανένα σακάκι, αλλά αυτός δεν καταδεχόταν να τα πάρει, γιατί δεν ήταν ζητιάνος. Ηταν…ποιητής, ρήτορας και φιλόσοφος. Στεκόταν σε μια πλατεία και αράδιαζε ό,τι του κατέβαινε. Κάποτε, λοιπόν, έτυχε να περάσει από εκεί ο Ιωάννης Κωλέττης. Ο Μανόλης τον πλησίασε και τον ρώτησε, αν είχε το δικαίωμα να βγάλει λόγο στη….Βουλή. Ο Κωλέττης του είπε ότι θα του έδινε ευχαρίστως άδεια, αν πετούσε από πάνω του τα παλιόρουχα που φορούσε κι έβαζε άλλα της ανθρωπιάς. Την άλλη μέρα ο Μανόλης παρουσιάστηκε στην πλατεία με τα ίδια ρούχα, αλλά φορούσε τα μέσα έξω. Ο κόσμος τον κοιτούσε έκπληκτος. Και τότε άκουσε αυτούς τους στίχους απ το στόμα του Μανόλη Μπατίνου.
<<Αλλαξε η Αθήνα όψη
σαν μαχαίρι δίχως κόψη
πήρε κάτι απ την Ευρώπη
και ξεφούσκωσε σαν τόπι.
Αλλαξαν χαζοί και κούφοι
και μας κάναν κλωτσοσκούφι.
Αλλαξε κι ο Μανολιός
κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς.
 
ΑΛΛΟΣ ΠΛΗΡΩΣΕ ΤΗ ΝΥΦΗ
Στην παλιά Αθήνα του 1843, επρόκειτο να συγγενέψουν με γάμο δυο αρχοντικές οικογένειες. Του Γιώργη Φλαμή και του Σωτήρη Ταλιάνη. Ο Φλαμής είχε το κορίτσι κι ο Ταλιάνης το αγόρι. Η εκκλησία, όπου θα γινόταν το μυστήριο, ήταν η Αγία Ειρήνη της Πλάκας. Η ώρα του γάμου είχε φτάσει και στην εκκλησία συγκεντρώθηκαν ο γαμπρός, οι συγγενείς κι οι φίλοι τους. Μόνο η νύφη έλειπε. Τι είχε συμβεί? Απλούστατα. Η κοπέλα, που δεν αγαπούσε τον νεαρό Ταλιάνη, προτίμησε ν ακολουθήσει τον εκλεκτό της καρδιάς της, που της πρότεινε να την απαγάγει. Ο γαμπρός άναψε απ την προσβολή, κυνήγησε την άπιστη να την σκοτώσει, αλλά δεν κατόρθωσε να την ανακαλύψει. Γύρισε στο σπίτι του παρ ολίγον πεθερού του και του ζήτησε τα δώρα που είχε κάνει στην κόρη του. Κάποιος όρος, όμως, στο προικοσύμφωνο έλεγε πως οτιδήποτε κι αν συνέβαινε προ η μετά τον γάμο μεταξύ γαμπρού και νύφης <<δεν θα ξαναρχούτο τση καντοχή ουδενός οι μπλούσιες πραμάτειες και τα τζοβαίρια όπου ανταλλάξασι οι αρρεβωνιασμένοι>>. Φαίνεται δηλαδή, ότι ο πονηρός γερο-Φλαμής ήξερε από πριν τι επρόκειτο να συμβεί, γι αυτό έβαλε εκείνον τον όρο. Κι έτσι πλήρωσε ο φουκαράς ο Ταλιάνης τα δώρα του άλλου. Από τότε οι παλαιοί Αθηναίοι, όταν γινόταν καμιά αδικία σε βάρος κάποιου, έλεγαν ότι…<<Άλλος πλήρωσε τη νύφη>>.

                           ΑΛΛΟΥ ΠΑΠΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Αυτή τη φράση την παίρνουμε από μια κεφαλονίτικη ιστορία. Κάποιος παπάς σε ένα χωριουδάκι της Κεφαλονιάς, αγράμματος, πήγε να λειτουργήσει σ ένα άλλο χωριό, γιατί ο παπάς του χωριού είχε αρρωστήσει για πολύ καιρό. Ο παπάς όμως, στο δικό του Ευαγγέλιο, μια και ήταν αγράμματος, είχε βάλει δικά του σημάδια κι έτσι κατάφερνε κάθε φορά να λέει αυτό που έπρεπε. Εδώ όμως στο ξένο Ευαγγέλιο, δεν υπήρχαν σημάδια, γιατί ο παπάς αυτού του χωριού δεν τα είχε ανάγκη, μια και ήταν μορφωμένος. Αρχισε, λοιπόν, ο καλός παπάς μας, να λέει το Ευαγγέλιο που λέγεται την Κυριακή του Ασώτου. Τότε κάποιος από το εκκλησίασμα του φώναξε <<Τι μας ψέλνεις εκεί παπά? Αυτό δεν είναι το σημερινό Ευαγγέλιο…>>
<<Εμ τι να κάνω?>> απάντησε αυτός. <<Αυτό είναι άλλου παπά Ευαγγέλιο>>. Κι από τότε έμεινε η φράση !

                     ΑΛΛΟΥ Ο ΠΑΠΑΣ, ΑΛΛΟΥ ΤΑ ΡΑΣΑ
Ηταν μια φορά ένας παπάς που είχε ένα κτηματάκι μακριά απ την ενορία του και πήγαινε μόνος του και το όργωνε. Όταν πήγαινε για το όργωμα πήγαινε πρώτος κι άφηνε τα ράσα του στην εκκλησία, για να μη λερωθούν, φόραγε τα ρούχα τα παλιά του και πήγαινε στο κτήμα. Όταν τέλειωνε  τη δουλειά  στο κτήμα, γύριζε στην εκκλησία και ξανάβαζε τα ράσα του. Οι ενορίτες, που έβλεπαν να κρέμονται τα ράσα στο στασίδι, έλεγαν << Άλλού ο παπάς κι αλλού τα ράσα του>>.
 
<ΑΝΑΖΗΤΗΣΑΤΕ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ>- <CHERCHEZ LA FEMME >

Παρ ότι δεν είναι ελληνική έκφραση, όμως την χρησιμοποιούμε πολύ στην κουβέντα μας. Τη φράση αυτή την χρωστάμε στον περίφημο Παρισινό δικαστή του 19ου αιώνα, Ζακάλ. Αυτή ήταν η συνηθισμένη και στερεότυπη απάντησή του, όταν τον ρωτούσαν, ξέχωρα από τα δικαστικά καθήκοντα, για το ελατήριο κάθε νομικής υπέρβασης, από το πταίσμα μέχρι το έγκλημα. (Cherchez le femme)….

                 <<ΑΝΤΡΟΓΥΝΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ…>>
 Στην παλιά Αθήνα, κοντά στο Θησείο, υπήρχε κάποτε η συνοικία της Αγίας Παρασκευής, που δεν υπάρχει σήμερα. Σε κάποιο μοναχικό σπιτάκι κατοικούσε ένα αντρόγυνο . Ο Θάνος και η Παγώνα Παγιαυλή. Ο κόσμος τους έβλεπε και τους ζήλευε, γιατί έμοιαζαν <<σαν δυο αληθινά πιτσουνάκια>>, όπως γράφει ένας παλιός χρονικογράφος. Το ζευγάρι αυτό είχε γίνει υπόδειγμα για τους άλλους παντρεμένους κι όλοι προσπαθούσαν να μιμηθούν <<το αντρόγυνο της Αγίας Παρασκευής>>. Ένα βράδυ, μερικοί φίλοι πέρασαν έξω από το σπίτι τους κι άκουσαν γυναικείες φωνές και κλάματα. Κατάλαβαν τότε πως ο άντρας έδερνε την γυναίκα του. Δεν είπαν τίποτε κι έφυγαν. Την επομένη το αντρόγυνο παρουσιάστηκε, σαν να μη συνέβαινε απολύτως τίποτε. Αυτό κράτησε περισσότερο από ένα μήνα, ώσπου από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε το μυστικό. Κάθε νύχτα τις έτρωγε η Παγώνα από τον Θάνος και την ημέρα παρουσιάζονταν σαν το πιο αγαπημένο κι ευτυχισμένο ζευγάρι της Αθήνας. Από τότε, όταν βλέπουμε κανένα αντρόγυνο να υποκρίνεται πως είναι αγαπημένο, λέμε ότι μοιάζει με <<το αντρόγυνο της Αγίας Παρασκευής>>.

    <<ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΠΑΠΑΣ, ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΑΔΑ ΣΟΥ ΘΑ ΠΑΣ>>

Φράση που μας την έκανε πιο γνωστή ο Γέρος του Μωριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κι από τότε έμεινε. Λεγόταν κυρίως στους μύλους και στις βρύσες, που περίμεναν με την σειρά τους οι άνθρωποι ν αλέσουν η να πάρουν ένα σταμνί νερό. Ετσι όταν έβλεπαν κανέναν παπά να θέλει να μην τηρήσει τη σειρά, του έλεγαν τη φράση αυτή.

              <<ΑΠΕΡΡΙΦΘΗ ΜΕΤΑ ΠΟΛΛΩΝ ΕΠΑΙΝΩΝ>>
Αυτή η φράση έμεινε από τον Γεώργιο Σουρή.
Ο σατιρικός αυτός ποιητής δεν μπόρεσε να πάρει το πτυχίο της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γιατί τον απέρριπτε συνέχεια στο μάθημα…της μετρικής ο <<Σεμιτέλος ο σπανός>>, όπως τον ονόμαζαν τον καθηγητή αυτόν. Ετσι για πολύ καιρό, ένα από τα συνηθισμένα σατιρικά θέματά του στον <<Ρωμιό>> ήταν αυτό του λατινιστή Σεμιτέλου.  Τον έκανε  έτσι, που όσοι διάβαζαν τις εμπνευσμένες σελίδες του <<Ρωμιού>> ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
Κι όπως έγραφε πολλές φορές <<Είχε απορριφθεί μετά πολλών επαίνων>>.
Από τότε λοιπόν η φράση αυτή έκανε τον γύρο της μικρής Αθήνας, για να φτάσει μέχρι τις μέρες της.

 

<< ΑΥΓΑ ΣΟΥ ΚΑΘΑΡΙΖΟΥΝΕ?>>
Μια φορά τον χρόνο οι Ρωμαίοι γιόρταζαν-για να τιμήσουν την Αφροδίτη και τον Διόνυσο- μ έναν πολύ τρελό και παράξενο τρόπο.
Κάθε 15 Μαίου, έβγαινε ο λαός στις πλατείες κι άρχιζε τον<< πετροπόλεμο>>  με …αυγά μελάτα !! Χιλιάδες αυγά ξοδεύονταν εκείνη την ημέρα για διασκέδαση κι ο κόσμος γελούσε ξέφρενα. Τα γέλια αυτά εξακολουθούσαν για βδομάδες ολόκληρες. Στην γιορτή δεν έπαιρναν μέρος  μονάχα οι πολίτες, που ήταν κατώτερης κοινωνικής θέσης, αλλά και ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, στρατηγοί, άρχοντες, Ρωμαίες δέσποινες και αυτοκράτορες καμιά φορά. Πχ ο <<αυγοπόλεμος>> ήταν μια απ τις μεγάλες αδυναμίες του Νέρωνα, που πετούσε αυγά στους αξιωματικούς και στους ακόλουθους των ανακτόρων του, χωρίς να είναι η μέρα της γιορτής των αυγών. Στο Βυζάντιο φαίνεται, πως η γιορτή έγινε της μόδας, για πολύ λίγο διάστημα όμως. Σε πολλά βυζαντινά κείμενα αναφέρεται συχνά, αλλά μόνο με δυο-τρία λόγια.
Ετσι από το περίεργο αυτό έθιμο-που η αιτία του χάνεται στα βάθη των αιώνωνα- έμεινε η ερωτηματική φράση..<<Αυγά σου καθαρίζουνε? >> Την λέμε, όταν βλέπουμε κάποιον, να γελά χωρίς λόγο κι αφορμή.
  ΑΓΕΛΑΔΕΣ ΙΣΧΝΑΙ (ΙΣΧΝΕΣ)- ΑΓΕΛΑΔΕΣ ΠΑΧΕΙΑΙ (ΠΑΧΙΕΣ)

Όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε μια περίοδο ελλείψεων η ευημερίας, μεταχειριζόμαστε τις φράσεις αυτές, που προήλθαν απ το όνειρο του Φαραώ (Γεν. 41-2-4).
Οι εφτά παχιές  και οι εφτά ισχνές αγελάδες του ονείρου, όπως και τα εφτά λεπτά και παχιά στάχυα (Ο αριθμός 7 ασκούσε μια περίεργη επιρροή στον άνθρωπο εκείνων των εποχών) σήμαιναν, σύμφωνα με την ερμηνεία, περιόδους πλούτου πρώτα και φτώχειας μετά από την παραγωγή της γης.
Γι αυτό έπρεπε να γεμίσουν τις αποθήκες, όταν ήταν παχιές οι αγελάδες
( υπερπαραγωγή), ώστε να έχουν, όταν η παραγωγή θα ήταν ελάχιστη (περίοδος αφορίας)
free movie. watch movies. free movies online


                         ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠ ΤΑ ΑΓΡΑΦΑ……

Διάφορες φράσεις όπως…<< Αυτό που μου συνέβη είναι από τα άγραφα>> η << Αυτό που μου λες είναι απ τα άγραφα>>, δηλαδή, κάτι το καταπληκτικό, το απίθανο κλπ.. Η έκφραση αυτή φαίνεται πως προήλθε από <<τα άγραφα>> εκκλησιαστικά κείμενα, που όπως και τα <<απόκρυφα>>, δεν περιλαμβάνονται στα <<κανονικά>> Ευαγγέλια και λοιπά εκκλησιαστικά κείμενα, που περιγράφουν τη ζωή και το έργο και αυτά που είπε ο Ιησούς.
Οσο για την παρερμηνεία ότι προέρχεται απ τα όρη της Ευρυτανίας Αγραφα, δεν είναι σωστό. Τα βουνά αυτά πήραν το όνομά τους, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι, από το ότι οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να υποδουλώσουν την περιοχή και δεν την περιέλαβαν στα φορολογικά τους βιβλία, σε αντίθεση με τα Γραμμένα των Ιωαννίνων.


                                         << ΑΓΡΟΝ ΗΓΟΡΑΣΕ>>…..

Είναι φράση από μια παραβολή του Ιησού Χριστού , όπου ένας απ τους καλεσμένους στο δείπνο δεν ήρθε με την δικαιολογία πως <<Αγρόν ηγόρασα και έχω ανάγκην εξελθείν και ιδείν αυτόν>> (Λουκ.14/18). Λέγεται για
κάποιον που δεν προσέχει τις συμβουλές, που δεν δίνει σημασία σε όσα του λένε η που δεν καταλαβαίνει όσα γίνονται γύρω του. Σχετική είναι και η φράση < πέρα βρέχει>>. Λέγεται όταν κάποιος αδιαφορεί για το τι γίνεται.


                                    <<ΑΝΤΕ ΝΑ ΚΟΥΡΕΥΕΣΑΙ…>>

Στα βυζαντινά χρόνια ήταν συνηθισμένο το θέαμα της διαπόμπευσης. Οι Βυζαντινοί το είχαν ένα από τα πρώτα τους θεάματα να πηγαίνουν στις πλατείες και στους δρόμους, για να παρακολουθήσουν μια διαπόμπευση. Οι τιμωρούμενοι, ήταν οι κλέφτες, οι δειλοί, οι μέθυσοι, οι αντάρτες, οι μοιχοί, αλλά και πολλές φορές πρόσωπα εξέχοντα. Η πρώτη δουλειά τους ήταν να κουρέψουν αυτόν που επρόκειτο να διαπομπευθεί. Ηταν δηλαδή μεγάλη προσβολή τότε να κουρέψεις κάποιον, έτσι όπως αργότερα στα χρόνια της Επανάστασης του ’21, ήταν βρισιά ν απειλήσεις κάποιον ότι θα του ξυρίσεις το μουστάκι.
Είναι εύκολο, τώρα, να εξηγήσουμε τις φράσεις <<Αστον να κουρεύεται>> και <<Αντε να κουρεύεσαι>>, που σύμφωνα με τη λαική φρασεολογία είναι τόσο <<σκάρτος>>, ώστε του αξίζει να κουρευτεί.


                                    << ΑΙ….ΣΤΟΝ ΚΟΡΑΚΑ>>…

Η φράση αυτή έχει αρκετές εκδοχές προέλευσης. Οι Βυζαντινοί την έλεγαν μονολεκτικά << Κόραξι>> (στους κόρακες) κι εμείς << Αι στον κόρακα>>.
Όταν πρόκειται για κατάρα <<φευγ’ ες κόρακας>> (πήγαινε στον κόρακα). Πολλές οι γνώμες για την προέλευση της φράσης.
Ο Θεός χρησμοδότησε τους Βοιωτούς, να κατοικήσουν εκεί που θα βλέπανε λευκά κοράκια. Βλέποντας κοντά στον Παγασητικό κόλπο, να πετάνε άσπρα κοράκια, που, όμως, τα είχαν βάψει τα παιδιά με γύψο, εγκαταστάθηκαν εκεί κι έκτισαν το χωριό <<Κόρακας>>. Υστερα οι Αιολείς τους έβγαλαν από κει κι έστελναν στο μέρος αυτό τους εξόριστους και τους καταδικαζόμενους με κακουργήματα.
Όταν έπεφτε λοιμός, οι άνθρωποι κυνηγούσαν τα κοράκια, που τα εξάγνιζαν και τα άφηναν να πετάξουν, λέγοντα στον λοιμό <<φευγ΄ες κορακας>>.

 

<<  ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΕΙΔΑΜΕ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΝΕ ΒΓΑΛΑΜΕ>>

Ο Τριπολιτσιώτης Αγγελάκης Νικηταράς, παρήγγειλε κάποτε του Κολοκοτρώνη-που ήταν στενός του φίλος- να κατέβει στο χωριό, για να βαφτίσει το μωρό του. Ο Νικηταράς του παρήγγειλε ότι το παιδί επρόκειτο να το βγάλουν Γιάννη, αλλά για να τον τιμήσουν, αποφάσισαν να του δώσουν το όνομα του δηλ Θεόδωρο.
Ο θρυλικός Γέρος του Μοριά απάντησε τότε, πως ευχαρίστως θα πήγαινε, αλλά μόλις θα << έκλεβε λίγον καιρό>> γιατί τις  μέρες εκείνες έδινε μάχες.
Ετσι, θα πέρασε ένας ολόκληρος μήνας σχεδόν κι ο Κολοκοτρώνης δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει την υπόσχεση που είχε δώσει.
Δεύτερη λοιπόν παραγγελία του Νικηταρά. Ωσπου ο Γέρος πήρε την απόφαση και με δυο παλικάρια του κατέβηκε στο χωριό. Αλλά μόλις μπήκε στο σπίτι του φίλου του δεν είδε κανένα μωρό, ούτε καμιά προετοιμασία για βάφτιση.
Τι είχε συμβεί? Η γυναίκα του Νικηταρά ήταν στις μέρες τις να γεννήσει. Επειδή  όμως ο τελευταίος ήξερε πως ο Γέρος ήταν απασχολημένος στα στρατηγικά του καθήκοντα και πως θ αργούσε οπωσδήποτε να τους επισκεφθεί- οπότε θα είχε γεννηθεί πια το παιδί- του παράγγελνε και του ξαναπαράγγελνε για την βάφτιση.
Όταν ο Κολοκοτρώνης άκουσε την….απολογία του Νικηταρά, ξέσπασε σε δυνατά γέλια και φώναξε..<< Ωχού ! Μωρέ ακόμα δεν τον είδαμε και Γιάννη τον εβγάλαμε>>……


                                  <<  ΑΛΑ.. ΜΠΟΥΡΝΕΖΙΚΑ >>

Όταν μας μιλάει κάποιος μπερδεμένα και θέλουμε να του πούμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι μας λέει, τότε του λέμε πως μιλάει <<…..αλά μπουρνέζικα>>. Πολλοί νομίζουν πως είναι μια λέξη. Είναι όμως δύο. Όπως το αλά γαλλικά.
Μπουρνέζικα λοιπόν είναι η γλώσσα που θα μιλούσαν σε κάποιον τόπο η και θα μιλάνε ακόμα ,γιατί ο τόπος αυτός πράγματι υπάρχει. Είναι σε μια περιοχή του Σουδάν, όπου ζει η φυλή Μπουρνού.  Ξέρετε πόσο δύσκολη είναι η αραβική γλώσσα και μάλιστα στις διαλέκτους της. Σε μας τους Ελληνες λοιπόν δίκαια όσα θ ακούγαμε απ αυτούς θα φαίνονταν ακαταλαβίστικα…αλά μπουρνέζικα. Οι Μπουρνού είναι μια φυλή που ήρθε στην Ελλάδα με τα στρατεύματα του Ιμπραήμ.

                                        <<ΑΛΙΣΒΕΡΙΣΙ>>
Καθώς φαίνεται το όνομα Αλιβέριον, της κωμόπολης της Εύβοιας, προέρχεται από την τουρκική φράση <<Αλιβέρ>>, <<αλισβερίσι>> που θα πει <<Πάρε-δώσε>> η <<Πάρε-δώσε γρήγορα>>.
Κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας στο Αλιβέρι γινόταν ( αλλά κι ακόμα γίνεται) μεγάλο <<παζάρι>>, που εξυπηρετούσε όλα σχεδόν τα χωριά από την Κάρυστο μέχρι την Κύμη.


                              << ΑΛΛΑ ΛΟΓΙΑ Ν ΑΓΑΠΙΟΜΑΣΤΕ>>

Η φράση αυτή πρωτακούστηκε σε μια συζήτηση μεταξύ του Στρατηγού Μακρυγιάννη, του Συνταγματάρχη Καλλέργη και του Κώστα Αντύπα, νεοφερμένου τότε στην Αθήνα απ την Ευρώπη. Το θέμα αυτής της συζήτησης ήταν για το Σύνταγμα, που επρόκειτο να ζητήσουν να παραχωρήσει ο Οθωνας. Ο Αντύπας δεν συμφώνησε με τη λύση του ζητήματος και πρότεινε να αναβάλουν την συζήτηση, γιατί οι πολίτες δεν ήταν ακόμη ώριμοι, για να δεχτούν και να τηρήσουν το Σύνταγμα. Τότε ο Μακρυγιάννης, ερεθισμένος είπε το << Αλλα λόγια ν αγαπιόμαστε>>. Δηλαδή ας πούμε άλλες κουβέντες για να μη τσακωθούμε.