Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΣΑΡΔΕΛΑΣ

 

patra-loutraki 7-07 133Μπορείτε ν' αλλάξετε το τίτλο σ΄αυτό το παραμύθι ....Είναι ένα παραμύθι της Τζελης Κατσίκα.
Η φωτογραφίες των γάτων είναι της Τζέλης.
Στο σπίτι με τον μεγάλο ωραίο κήπο, στην άκρη της πλατείας, δεν έμενε μόνο η κυρία Φωτεινή με την μικρή της κόρη την Ζωή και τον πολύ άτακτο γιο της τον Θανάση.

Έμενε και ο μπαμπάς της οικογένειας, ο κύριος Σωτήρης αλλά και κάποιος άλλος ακόμα.

Ένα πλάσμα σοφό, γενναίο, όμορφο, τρυφερό και ευαίσθητο. Ο χοντρούλης γάτος Νιαούρης ! Η οικογένεια τον είχε πολλά χρόνια, από τότε που ήταν τόσο μικρός που χωρούσε στο μικρό παντοφλάκι που φορούσε η Ζωίτσα .Μεγάλωσαν μαζί τα παιδιά και ο Νιαούρης.

Τώρα, ήταν ένα πανέμορφος κάτασπρος τεράστιος γάτος. Συνήθιζε να κάθεται ακουμπώντας πάντα το μεγάλο του κεφάλι κάπου, ή σε μαξιλάρι ή στη πλάτη κάποιας πολυθρόνας ή ακόμα και στα μπροστινά του πόδια όταν καθόταν στο πάτωμα, λίγες βέβαια φορές… Είχε μεγάλες πατούσες, μεγάλη φουντωτή ουρά μα το πιο ενδιαφέρον και πιο ζεστό μέρος του σώματός του ήταν η κοιλιά του. Τα παιδιά, με μια τρελή χαρά και μανία βύθιζαν τα χεράκια τους στη ζεστή κάτασπρη γούνα της κοιλιάς του, ακριβώς όπως έκαναν και στη καυτή άμμο της παραλίας που πήγαιναν κάθε καλοκαίρι. Κάποιες φορές αυτή η ζεστή κοιλίτσα χρησίμευε και σαν μαξιλάρι…
Ήταν εύκολο να κάνεις φίλο το Νιαούρη. Όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί που έρχονταν σπίτι, αρκούσε να του χαϊδέψουν τη κοιλιά κι εκείνος τότε γυρνούσε ανάσκελα για να δείξει την ευχαρίστησή του κι αυτό ήταν, είχες γίνει φίλος του.
Τι να πρωτοπεί κανείς για τον όμορφο και καλό αυτό γάτο ! Καλύτερα να ζήσουμε μαζί του μερικές μέρες από τη ζωή του…


Πρωινό
Δυνατός αέρας και βαρύς ουρανός με βαριά γκρίζα σύννεφα έκαναν εκείνο το πρωινό να φαίνεται …δύσκολο αλλά γεμάτο από παράξενα πράγματα να συμβαίνουν, έξω όμως από την πόρτα του Νιαούρη…

«Όσο και να βλέπεις τη ζωή από το παράθυρο, και μάλιστα πίσω από το τζάμι και χωρίς μυρωδιές, δεν είναι το ίδιο όσο… να βρέχεις τις πατούσες σου στα λασπόνερα… για κάποιο νόστιμο σκοπό…»
Πήρε την μεγάλη απόφαση να βγει από το σπίτι… και σ’ αυτό τον βοήθησε η κυρία Φωτεινή που εκείνη τη στιγμή έβγαζε τα σκουπίδια ..
«Χαμήλωσε πολύ ο ουρανός , θα ρίξει πολύ νερό σήμερα… να πω στα παιδιά να φορέσουν γαλότσες..»

«Χαμήλωσε ο ουρανός ; τι θα πει αυτό ; ποιος θα μου ρίξει νερό και γιατί;
Ας είναι… εγώ θα κάνω μια μικρή βόλτα και μετά θα γυρίσω για το μεσημεριανό»

Προχώρησε αρκετά μέσα από τους σχεδόν άδειους δρόμους. Σήμερα, κάτι τον τράβηξε πιο μακριά από τη συνηθισμένη βόλτα, που ήταν μέχρι τη μεγάλη μουριά και τον άσπρο τοίχο της κυρίας Ευδοκίας. Υπήρχε κάτι μυστήριο στην ατμόσφαιρα. Μια μυρωδιά, κάποια φασαρία που άκουγε από μακριά. Ουρά και μουστάκια βρίσκονταν σε συνεχή κίνηση. Μια κοίταζε τον γκρίζο ουρανό, μια πίσω του. Στρίβοντας τη δεύτερη γωνία άκουσε μεγάλη φασαρία και φωνές, ουρλιαχτά, δυνατά νιαουρητά. Πλησίασε με μεγάλη επιφύλαξη αλλά και μεγαλύτερη περιέργεια. Δυο βήματα ακόμα κι αντίκρισε το μεγάλο κι ωραίο μαγαζί του κυρ Βρεγμένου. Η πινακίδα του στόλιζε όλη εκείνη τη γειτονιά : «ΨΑΡΑΔΙΚΟ» ! Και τα ίδια λαχταριστά ψαράκια που κοσμούσαν αυτή την πινακίδα υπήρχαν και μέσα στο μαγαζί. Η ύπαρξη του κυρ Βρεγμένου και του μαγαζιού ήταν πολύ σημαντική για όλους στη γειτονιά. Ο Νιαούρης ήξερε τον άνθρωπο αυτό πολλά χρόνια όπως ήξερε και τη προσφορά του στη κοινότητα. Εκεί λοιπόν μπροστά στο ψαράδικο, ήταν μαζεμένες πολλές γάτες. Μικρές, μεγάλες, νεαρές ή πιο ηλικιωμένες ακόμα και μικρά γατάκια που είχαν ακολουθήσει τους γονείς τους στη πρωινή βόλτα.
 Αλλά προφανώς συνέβαινε κάτι πολύ σοβαρό γιατί όλες μαζί φώναζαν δυνατά και τσακώνονταν και κάποιος γκρίζος μεγαλόσωμος ανεβασμένος σε ένα καφάσι, έδειχνε την επιθετικότητά του ρίχνοντας δεξιά και αριστερά γρατσουνιές σε όποιον τον πλησίαζε… param_4.jpg
Ο Νιαούρης έμεινε άφωνος… Δεν είχε ξαναδεί ποτέ τόσες γάτες μαζεμένες και τέτοιες φωνές… Αυτό ήταν σκέτη διαδήλωση! Με την περιέργεια να μεγαλώνει λεπτό με το λεπτό πλησίασε ένα μικρό γατάκι, ξεμαλλιασμένο και με το αυτί κομμένο, που προσπαθούσε με μανία να ισιώσει όσο τρίχωμα του είχε απομείνει πάνω του.

«Σε παρακαλώ μικρέ, μου λες  τι συμβαίνει…» ρώτησε ευγενικά ο Νιαούρης
Το μικρό, άρχισε να μιλάει τόσο γρήγορα και τόσο μπερδεμένα, που ο γάτος έμεινε να κοιτάει χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. Μερικές λέξεις ξεχώριζαν μόνο όπως «ψάρια»… «αρχηγός»… «παράπονα…»
Κατάλαβε πως το μικρό γατί ήταν ενημερωμένο αλλά συγχρόνως ήταν και πολύ συγχυσμένο κι έτσι έκανε να συνεχίσει το δρόμο του προς την μεγάλη γατοσύναξη. Τότε ο μικρός τον τράβηξε από την ουρά και του είπε: «ππερρρίμενε.. τη μαμμάκα μου να πππάμε... όλοι μαζίιι ...στο... στο σπίτι να φφαμε ...ψααρρόσουπα».
Αν και ο γάτος πόνεσε με το τράβηγμα της ουράς, όμως γέλασε και αφού έδωσε ένα τρυφερό γλείψιμο στο μικρό έφυγε προς την συγκέντρωση.
Καλή θα ήταν μια ψαρόσουπα, σκέφθηκε, αλλά εδώ γίνονται σοβαρά πράγματα.
Η πρώτη γάτα που είδε ήταν η γάτα Μιτσούκο της κυρίας Ευδοκίας. Φίλη από καιρό και η καθημερινή του παρέα στη μουριά. Ήταν πάντα σεμνή και μάλλον φοβισμένη αλλά τώρα η Μιτσούκο ήταν …άλλη γάτα… ! Φώναζε τόσο δυνατά και έδειχνε την γροθιά της απειλητικά, που ο Νιαούρης δεν την αναγνώρισε στην αρχή.

«Τι συμβαίνει κυρία…»

«Η Μιτσούκο είμαι Νιαούρη δε με βλέπεις ;»

«Μιτσούκο…! και πως έχει αγριέψεις έτσι, τι έπαθε η γούνα σου ; γιατί βγάζεις νύχια ;»

«Γιατί, γιατί, τι ρωτάς γιατί, δε βλέπεις πως ήρθαν οι ξένοι να βάλουν χέρι στο ψαράδικο ; Ο Τόμπι, ο γάτος του ψαρά του κυρ Βρεγμένου, δεν είχε ποτέ πρόβλημα να μοιράζεται μαζί μας τα ψάρια που του έδινε το αφεντικό του. Πολλές φορές δεν έτρωγε ο ίδιος, για να παίρνουμε εμείς για τα παιδιά μας. Και τώρα ήρθε αυτός  ο άθλιος ξένος να μας πει πως τα ψάρια ανήκουν στον Τόμπι και σε κείνον, μια και είναι φίλοι κολλητοί, λέει, κι έτσι εμείς δεν έχουμε καμιά ελπίδα να πάρουμε τίποτε.»
«Τι είναι αυτά που λες Μιτσούκο ; Ποιος είναι ο άθλιος ξένος ; Και ο Τόμπι τι λέει για όλα αυτά; Ο κυρ Βρεγμένος ;»

«Ο Τόμπι δε λέει τίποτα. Τον ξέρεις δα, μόλις του χαρίσεις κάτι, κι αυτός ο άθλιος ξένος του χάρισε το περιλαίμιό του, κάνει σα μικρό γατί από τη χαρά του και νοιώθει τέτοια υποχρέωση, που τι να πει τώρα…»

Διέκοψαν τη κουβέντα τους γιατί η βροντερή φωνή του άθλιου ξένου ακούστηκε ξανά

«Αγαπητοί γείτονες και φίλοι. Ο Τόμπι και γω δεν θα υποχωρήσουμε από τις θέσεις μας. Τα ψάρια ανήκουν σε μας. Το ΨΑΡΑΔΙΚΟ είναι του αφεντικού μας κι έτσι λογικό είναι να παίρνουμε εμείς όσα ψάρια μας δίνει. Σας υπόσχομαι όμως, πως αφού χορτάσουμε εμείς θα μπορείτε να αγοράζετε τα υπόλοιπα!»

«Τιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι; Δεν είμαστε καλά που θ’ αγοράζουμε τα ψάρια που μας ανήκουν»
φώναξαν τότε όλες οι γάτες μ’ ένα στόμα ! Κι άρχισαν να εξαγριώνονται και να πλησιάζουν απειλητικά προς το καφάσι που στεκόταν ο ξένος κι ακριβώς δίπλα του ο Τόμπι.
Ο Τόμπι έδειχνε να μην καταλαβαίνει τίποτα. Καμάρωνε με το καινούργιο περιλαίμιο, χαμογελαστός και συνέχεια ίσιωνε τη γούνα του που χαλούσε τώρα με το λουρί.

 

Ο άθλιος ξένος που το όνομά του ήταν, Κοιλίνος –ίσως εξ αιτίας της κάπως μεγάλης κοιλιάς του- δεν έδειξε να ταράζεται από το πλησίασμα του γατοσυναφιού. Αντίθετα, συνέχισε να μιλάει και με μια έξυπνη κίνηση

«Ναι, θα μπορείτε να αγοράζετε και σε πολύ καλή τιμή καταπληκτικά ψάρια όπως αυτά εδώ…»

και παίρνοντας με το χέρι του μερικά λαχταριστά ψαράκια τα πέταξε μακριά πάνω από τα κεφάλια των απειλητικών γατών… Εκείνες, τα ΄χασαν ! Δεν ήξεραν τι να κάνουν, να συνεχίσουν την επίθεση ή να ορμήξουν στα φρέσκα σαυρίδια… και στους γαύρους. Και προτίμησαν το δεύτερο, γιατί οι κοιλίτσες τους ήταν άδειες κι έκαναν μεγάλο θόρυβο…

Έτσι την ώρα που το πλήθος έστριβε απότομα στο κυνήγι των ψαριών ο Κοιλίνος…

«Έλα γρήγορα Τόμπι να κρυφτούμε γιατί οι φίλοι σου θύμωσαν λίγο…»

«Θύμωσαν…; Γιατί ; δεν κατάλαβα τίποτα… Μα ξέρεις έχω ραντεβού με τη Μπέλα, πρέπει να την συναντήσω να τις δώσω μερικά καλαμαράκια που αρέσουν στο μωρό της..»

Ο Κοιλίνος έξαλλος του δίνει μια σπρωξιά και τον πετάει στο βάθος του μαγαζιού, όπου κι οι δυο άρχισαν να κατρακυλάνε σε κάτι σκάλες…kakia_thalassa_11.11.07_058.jpg

                    Ο Νιαούρης και η Μιτσούκο παρασύρθηκαν από το πλήθος και βρέθηκαν ούτε κατάλαβαν πως, πεσμένοι κάτω κι από πάνω τους πατούσες άσπρες και μαύρες πήγαιναν κι έρχονταν…
Όταν ο γάτος κατάφερε να σηκωθεί στα πόδια του είδε τη γροθιά της Μιτσούκο να είναι ακόμα σφιγμένη αλλά αυτή τη φορά κρατούσε κι ένα γαύρο… τη βοήθησε να σηκωθεί και προσπάθησαν να αποτραβηχτούν απ’ αυτή τη μεγάλη φασαρία ενώ το πλήθος γύρευε ακόμα τα λιγοστά ψαράκια που ο αχρείος ξένος τους είχε πετάξει για να τραβήξει αλλού τη προσοχή τους κι έτσι να μπορέσει να το σκάσει…

Όταν και οι υπόλοιποι διαπίστωσαν ότι ο Κοιλίνος και ο Τόμπι είχαν γίνει καπνός έμειναν να κοιτάζουν απορημένοι ο ένας τον άλλον και οι κουβέντες άναψαν. Άλλοι είχαν θυμώσει πολύ και αγρίευαν στον αέρα, άλλοι έκλαιγαν και άλλοι είχαν κάνει πηγαδάκια και κατέστρωναν ήδη το σχέδιο εξόντωσης του Κοιλίνου. Κάποιοι μάλωναν και τράβαγαν το τελευταίο ψαράκι ποιος θα το πρωτοπάρει.
Η Μπέλα ήταν μια απ’ αυτές που έκλαιγε και είχε πάθει το τικ που πάθαινε όταν ήταν συγχυσμένη, έγερνε δηλαδή το κεφάλι της προς τα αριστερά κι έγλυφε συνέχεια τον ώμο της, χωρίς λόγο και αιτία…

«Δεν θα βρίσκω πια φρέσκο ψάρι για το μικρό μου και ότι είχε συνηθίσει… πως θα βρίσκω λεφτά ;»
Η Ρορίτσα, πάντα καλή και συμπονετική και καθώς δεν είχε παιδιά ακόμη, της συμπαραστεκόταν

«Μη σκας, θα τα καταφέρουμε ό,τι βρίσκω εγώ θα σου το δίνω μέχρι να μεγαλώσει το μικρό σου»

«Ρορίτσα μου δεν είναι λύση αυτή. Με ποιο δικαίωμα παίρνει αυτός κάτι που ανήκει σε όλους μας; Είναι πιο έξυπνος ή μόνο πιο κακός και δυνατός ; Θα πάω αυτοπροσώπως στον κυρ Βρεγμένο και θα του πω όλη αυτή την αδικία…»

«Δεν είναι μόνο αυτός δυνατός, έχουμε κι΄ εμείς αρσενικά που το λένε οι ψυχές τους…» είπε η Μπέλα καθώς έφευγαν και οι δυο απογοητευμένες από το χώρο…

Τα βήματα του Νιαούρη τον είχαν φέρει κοντά σ΄ ένα πηγαδάκι, λίγο πιο κάτω, όπου ήδη συζητούσαν το πρώτο στρατηγικό σχέδιο εξόντωσης του λαίμαργου και αχάριστου Κοιλίνου.

Ένας ολόμαυρος γυαλιστερός γάτος, ο Κασίμ είχε το λόγο. Ο Νιαούρης είχε ακούσει γι αυτόν αλλά ήταν η πρώτη φορά που τον συναντούσε. Είχε φοβερή κορμοστασιά, λεπτό κορμί και ψηλά ωραία πόδια, για να μη πούμε για τα πανέμορφα πράσινα μάτια του. Αν δεν ήταν μετανάστης και πολύ αφοσιωμένος στο κύριό του, τόσο που να μην το κουνάει από το σπίτι παρά μόνο αν ήταν μεγάλη ανάγκη, σίγουρα θα είχε τα πρωτεία στη γειτονιά σε κατακτήσεις. Ο Κασίμ ήταν από το Μαρόκο. Αυτός και τ’ αφεντικό του είχαν έρθει πριν μερικά χρόνια στην Ελλάδα και τώρα πια ήταν μια χαρά εγκατεστημένοι στο πράσινο σπιτάκι με το κήπο. Το αφεντικό του ήταν ο κηπουρός της περιοχής και καθώς πήγαινε και στο σπίτι της κυρίας Φωτεινής για να περιποιηθεί το κήπο, ο Νιαούρης άκουγε τη κυρά του να συζητά με τον μελαχρινό άνθρωπο για τον Κασίμ, αλλά και για την αφεντιά του.
Η κυρία Φωτεινή έλεγε πως ο Νιαούρης ήθελε πάντα το πιάτο του καθαρό αλλά και γεμάτο και ο μελαχρινός άνθρωπος, Ισμαήλ ήταν το όνομά του, έλεγε πως αντιθέτως ο Κασίμ έτρωγε πολύ λίγο και μόνο από το πιάτο που έτρωγε ο ίδιος.

«Πάντως καλός φαίνεται και ευκίνητος…» σκέφθηκε ο Νιαούρης, με μια μικρή ζήλια  και πλησίασε περισσότερο για να τον ακούσει αλλά και για να συστηθεί.

«Ξέρω πολύ καλά από κυνηγητό και μάχες, φίλοι μου. Μη ξεχνάτε πως έχω ζήσει στο Μαρόκο, έχω ακούσει ιστορίες και ιστορίες για μάχες και πολέμους κι όσο για κυνηγητό στα στενά σοκάκια των πόλεων, δε σας λέω τίποτα… ακούστε τι θα κάνουμε. Τους είδα να μπαίνουν στο μαγαζί του κυρ Βρεγμένου και να κουτρουβαλιάζονται στα σκαλιά του υπογείου. Που θα πάνε ; πουθενά, σας λέω. Το μαγαζί έχει δυο εισόδους κι έτσι και δύο εξόδους, αυτήν εδώ και την άλλη από το υπόγειο. Αν λοιπόν χωριστούμε σε δύο ομάδες και κυκλώσουμε το μαγαζί, οι μισοί εδώ και οι άλλοι μισοί από τη πλευρά του υπογείου, σίγουρα σε μερικές ώρες θα τους έχουμε στα χέρια μας. Και τότε να δεις τι δίκαιη μοιρασιά που θα γίνει…!»

Όλοι ενθουσιάστηκαν και άρχισαν να κραυγάζουν και να γλύφουν με ευγνωμοσύνη τον Κασίμ.
Η Μπέλα και η Ρορίτσα είχαν πλησιάσει κι αυτές και κοίταζαν τον Κασίμ που ρητόρευε

Μπ.: Μα αυτός δεν είναι δικός μας, ποιος είναι ;

Ρορ.: Δεν είναι δικός μας Μπέλα μου αλλά πρέπει να γίνει… δε νομίζεις; Είναι πολύ ωραίος γάτος !

Μπ.: Δίκιο έχεις, ωραίος είναι και έξυπνος φαίνεται και καθαρός πάνω απ’ όλα, μα μπορούμε να τον εμπιστευθούμε ;

Ρορ. : Ας ακούσουμε τι λέει…

Όταν πέρασε κάπως ο ενθουσιασμός και η χαρά πολλοί άρχισαν να έχουν απορίες και άρχισαν να ρωτάνε τον Κασίμ.

Α΄: Τι εννοείς ακριβώς ;

Β΄: Θα κυκλώσουμε το μαγαζί και τι θα γίνει ;

Γ΄: Πόσες ώρες θα περιμένουμε έξω από το μαγαζί ;

Δ΄: Και τι θα κάνουμε όταν ο … ξένος και ο Τόμπι βγουν έξω ;

Ε΄: Μα ο Τόμπι είναι καλός τι θα του κάνουμε ;

Πάνω στην ώρα φάνηκε και το μικρό ξεμαλλιασμένο γατί, που τώρα ήταν σε χειρότερη ακόμα κατάσταση, γιατί φαίνεται πως είχε κι αυτό προσπαθήσει να βρει κάποιο ψαράκι και με μεγάλη αφέλεια και φωνή τσιριχτή προσπάθησε να πει

«Μα τι ρωτάτε όλα αυτά, θα περιμένουμε έξω από το μαγαζί μέχρι ο κυρ Βρεγμένος να μας βάλει όλους μέσα , απλό είναι ! Έτσι θα έχουμε συνέχεια φαΐ»

Πολλοί γέλασαν και κοίταξαν με συμπόνια το μικρό κι ένας τιγρέ μεγαλόσωμος γάτος είπε:

«Σίμπα, μάζεψε το γιο σου γιατί δεν θα μείνει τίποτε απ’ αυτόν σε λίγο, πως βγήκε αυτός από μια αξιοσέβαστη γάτα σαν και σένα ;»

Η Σίμπα ταράχτηκε και φώναξε δυνατά στο γιο της

«Ντούντου, πήγαινε γρήγορα σπίτι γιατί αλλιώς δεν έχει σήμερα ψαρόσουπα».

Κασίμ: «Έχετε δίκιο να με ρωτάτε  όλα αυτά. Αλλά θα σας τα εξηγήσω ένα ένα. Επειδή όμως μου φαίνεται ότι θα έχουμε πόλεμο, προτείνω να πάνε οι γυναίκες και τα παιδιά σπίτια τους και μεις οι άντρες να κάτσουμε να καταστρώσουμε τα σχέδιά μας».

Όλοι μαζί: Έχει δίκιο, έχει δίκιο…

Νιαούρης: «Μιτσούκο κάνε όπως λέει ο Κασίμ εγώ θα μείνω εδώ..»

Ρορίτσα: «Αχ γιατί να φύγουμε εμείς ; γιατί ;»

Μπέλα: «Ρορίτσα μη γυρεύεις μπελάδες, άσε τα αρσενικά να φάνε τα μουστάκια τους… πάμε σπίτι μας έχουμε και παιδιά…»

Εκείνη ξαφνικά τη στιγμή ξέσπασε και η μπόρα. Δίκιο είχε η κυρία Φωτεινή… έπεφτε πολύ νερό…
Σε λίγα λεπτά ο χώρος άδειασε. Οι γάτες πήραν το δρόμο του γυρισμού και οι γάτοι  χάθηκαν μέσα στη παλιά BUICK που εδώ και πολλά χρόνια ήταν παρκαρισμένη σ’ ένα δρόμο πιο κάτω και χρησίμευε για αίθουσα συμβουλίων…

Εκεί παίρνονταν όλες οι σημαντικές αποφάσεις της γατο-γειτονιάς όπως π.χ. τρόποι άμυνας και προφύλαξης από τα αδέσποτα σκυλιά, υιοθεσίες μικρών εγκαταλελειμμένων γατιών, αποφάσεις για πρόστιμα σε κλέφτες, αποφάσεις για τιμωρίες σε αλήτες και ξένους κ.λπ.

Συγχρόνως σε κάποιο κοντινό μπαλκόνι μια ευγενική γκρίζα σιλουέτα αποτραβιόταν από τα κάγκελα για να πάει στο καλάθι της, ακριβώς μέσα από το τζάμι, και να σκεφθεί και αξιολογήσει όλα όσα είχε δει και ακούσει εκείνο το πρωινό. Ήταν η μαντάμ Στάχτη. Γνωστή σε όλη τη γειτονιά για τις φιλογατίες της και από παλιά αριστοκρατική οικογένεια, σοβαρή και αποτραβηγμένη από την καθημερινότητα των άλλων γάτων. Δεν έβγαινε ποτέ έξω αλλά αυτό δεν σήμαινε καθόλου πως δεν ήταν ενήμερη για όλα τα προβλήματα. Αφ’ ενός, το μπαλκόνι της βρισκόταν στη καρδιά των γεγονότων αφ’ ετέρου είχε μια φίλη τη Χαρούλα, που κάθε απόγευμα την επισκεπτόταν μεταφέροντάς της όλα τα νέα που δεν είχε ακούσει ή τα γεγονότα που δεν είχε δει, και η Στάχτη σε αντάλλαγμα της έδινε ό,τι είχε και δεν είχε γιατί η Χαρούλα μετά το ατύχημα που είχε, ήταν πραγματικά σε πολύ δύσκολη θέση.

 

Απόγευμα
Ο Νιαούρης με τα χίλια ζόρια βρήκε μια γωνιά να στριμωχτεί μέσα στη BUICK και να μην γίνει μούσκεμα από τη βροχή.


«Αυτό είναι ένα σοβαρό γεγονός, δεν μπορώ να λείψω από το συμβούλιο», σκέφθηκε και ξέχασε αμέσως το μεσημεριανό φαγητό που τον περίμενε στο καθαρό του πιάτο.
 
Ο Κασίμ είχε αρχίσει κιόλας να αναλύει το σχέδιό του.

«Πρέπει γρήγορα να πάρουμε απόφαση και να δράσουμε πριν βγουν από την κρυψώνα τους και ξεφύγουν…»

Α΄ Γάτος: «Πες μας Κασίμ, μετά τι θα κάνουμε ; Εντάξει θα τους περικυκλώσουμε και θα τους πιάσουμε και μετά;»

Β΄ Γάτος: «Αλήθεια μετά τι θα τους κάνουμε ;»

Κασίμ : «Μα είναι ερωτήσει αυτές; Θα σας το πω ξεκάθαρα λοιπόν. Υπάρχει η μέθοδος του σακιού. Αφού τον δείρουμε το ξένο, για τον Τόμπι θα δούμε τι θα κάνουμε, αφού τον δείρουμε μέχρι να μείνει αναίσθητος, θα τον βάλουμε στο σακί, θα τον δέσουμε και θα τον πάμε κατευθείαν στη θάλασσα ! Αυτή είναι η λύση, αυτό θα κάνουμε».

Για μια στιγμή έπεσε νεκρική σιγή … στην αίθουσα…
Ο Νιαούρης ένοιωσε μια μεγάλη ανατριχίλα, ένοιωσε τη γούνα του να ορθώνεται και η ουρά του άρχισε ένα σπασμωδικό κούνημα… Το ίδιο ένοιωσαν και μερικοί άλλοι και δεν μίλησαν. Κάποιοι άλλοι φώναζαν ήδη Μπράβο στο Κασίμ για το μεγαλοφυές σχέδιο. Τότε πήρε το λόγο ο Νιαούρης

Ν. : «Κασίμ γειά σου, μέχρι σήμερα δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ, αλλά ήξερα για σένα απ’ αυτά που έλεγε τ’ αφεντικό σου στη κυρά μου, και είχα σχηματίσει την εντύπωση ότι είσαι ένας λογικός και ήρεμος γάτος. Πως μπορείς να είσαι τόσο βίαιος και απόλυτος όταν και συ έχεις περάσει δυσκολίες και ξεριζωμούς ; Μήπως πρέπει να το ξανασκεφτούμε και να βρούμε μια …πιο πολιτισμένη λύση ; Εξ άλλου δεν ξέρουμε ακόμα τι είναι κι από πού έρχεται αυτός ο ξένος. Να του μιλήσουμε πρώτα και μετά βλέπουμε…»

«Μπράβο Νιαούρη, είσαι λογικός και καλός» φώναξαν πολλοί

«Όχι, όχι, ο ξένος είναι βίαιος και κακός και θέλει να μας πάρει το φαΐ μας… να τον βάλουμε στο σακί» φώναξαν άλλοι.
 
Έτσι, η αίθουσα συμβουλίων χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα. Σε κείνους που υποστήριζαν τον Νιαούρη και σε κείνους που υποστήριζαν τον Κασίμ.
Φωνές κι αντάρα σηκώθηκαν μέσα στη BUICK και το παλιό αυτοκίνητο άρχισε να κουνιέται πέρα δώθε …σαν βάρκα… κι επειδή η ώρα ήταν περασμένη κάποιοι άνθρωποι βγήκαν στα παράθυρα και φώναζαν Σσσσσσσσσστ   ξουουουουουουουτ και τα λοιπά….
Έτσι η συνάντηση διαλύθηκε απρόσμενα αλλά ο Νιαούρης πρόλαβε να πάρει πάλι το λόγο και οι άλλοι βιαστικά συμφώνησαν μαζί του καθώς έφευγαν άρον άρον.

Ν. : «Προτείνω να συναντηθούμε αύριο στο καλοκαιρινό σινεμά, που είναι μεγάλος χώρος και επιπλέον έχει και κάποια καθίσματα και να κάτσουμε να συζητήσουμε σα γάτες. Όμως προτείνω να έρθουν και τα θηλυκά. Είναι θέμα που αφορά όλους μας. Έχουν γνώμη κι αυτές. Συμφωνείτε ;»

Ναι,
ναι,
ναι,
ναι καλά τα θηλυκά… τέλος πάντων,

«Μη σας νοιάζει θα τις ειδοποιήσω εγώ» είπε ο Νιαούρης που είχε φτάσει κιόλας στα μισά του δρόμου.

Κι έτσι τέλειωσε εκείνο το περιπετειώδες απόγευμα.

Πριν γυρίσει στο σπίτι του ο Νιαούρης σκέφθηκε πως δεν θα είχε χρόνο να ειδοποιήσει όλα τα θηλυκά κι έτσι έπρεπε να βρει εκείνο το μικρό ξεμαλλιασμένο και να το στείλει αγγελιοφόρο στα σπίτια των θηλυκών. Που θα το έβρισκε όμως. Ένας τρόπος υπήρχε. Πήγε στη μεγάλη μουριά κι άρχισε να ξύνει τα νύχια του και να φωνάζει «ααααου, ααααου». Σε λίγο, ο Ντούντου που ούτως ή άλλως έμενε λίγο παρακάτω, έφθασε δίπλα του και τον κοίταζε λίγο απορημένος…

Νιαούρης: «α, παιδί μου εσένα ήθελα, σκέφθηκα πως θα άκουγες τη φωνή μου….»
Ντούντου: «ΓάτεμεγάλετηνάκουσαΤιμεθες;»
Νιαούρης: «Πρώτα πες μου το όνομά σου για να γνωριστούμε. Εμένα με λένε Νιαούρη»
Ντούντου: «ΕμέναμελένεΝτούντουκαιείμαιπαιδίτηςΣίμπα»
Νιαούρης: «Αααα, είσαι γιος της Σίμπα, πέστο μου ντε…» καλά πόσα παιδιά έχει κάνει αυτή η γάτα σκέφθηκε ο Νιαούρης λίγο πονηρά…αλλά επανήλθε στο θέμα.
Νιαούρης: «Άκου Ντούντου, πρέπει να αναλάβεις μια αποστολή. Πρέπει να πας σε μερικά σπίτια και να ειδοποιήσεις τις κυρίες, ότι αύριο έχουμε συγκέντρωση στο καλοκαιρινό σινεμά πρωί πρωί, λίγο πριν βγει ο ήλιος και πριν ανοίξει το μαγαζί του ο Κυρ Βρεγμένος . Θα πεις πως το είπα εγώ ο Νιαούρης…»
Ντούντου: «ΜάλισταΝιαούρηξεκινάωαμέσως»
Νιαούρης: «Και Ντούντου, εγώ τ’ αγαπάω τα μικρά γατιά, πες μου ποια είναι η αγαπημένη σου λιχουδιά; Κάτι θα κάνω για σένα»
Ντούντου:  «ΣαλάμιαέροςΛευκάδαςΓάτε»
Ο Νιαούρης τον κοίταξε απορημένος «Σαλάμι αέρος Λευκάδας ; που να το βρω ; Τέλος πάντων μέχρι αύριο, έχω χρόνο να σκεφθώ»

Όταν γύρισε σπίτι, φυσικά μπήκε από το γνωστό πέρασμα της κουζίνας χωρίς να τον πάρει κανείς είδηση και πήγε κατευθείαν στο πιάτο του που περίμενε εκεί από το μεσημέρι. Αφού έφαγε και πλύθηκε πέρασε αθόρυβα στο σαλόνι κάνοντας τον ανίδεο και τρίφτηκε στα πόδια του κυρίου Σωτήρη που φορούσε εκείνες τις ωραίες παντόφλες που πολύ του άρεσαν του γάτου…
Κυρία Φωτεινή: «Μπα μπα καλώς τον ! Φαντάζομαι πως είχες σοβαρό λόγο για να αργήσεις τόσο Νιαούρη»
Γύρισε το κεφάλι του την κοίταξε και μισόκλεισε τα μάτια του με εμπιστοσύνη και αγάπη σαν να της έλεγε «Ναι, πολύ σοβαρό λόγο κυρά μου …»
Έκανε μια καμπουρίτσα, χασμουρήθηκε και κουλουριάστηκε στο χαλάκι για τον βραδινό ύπνο.


Στο καλοκαιρινό σινεμά, μαζεύτηκαν όλοι. Δεν έλειψε κανείς εκείνο το πρωινό. Μερικοί βρήκαν άνετες πολυθρόνες και θρονιάστηκαν αναπαυτικά στο σκονισμένο κάθισμα, άλλοι έκατσαν στα μπράτσα, άλλοι έκατσαν στις πελώριες γλάστρες. Ο Κασίμ ήταν εκεί, πάντα γυαλιστερός και γοητευτικός, λίγο εκνευρισμένος όμως. Η Ρορίτσα, η Μπέλα, η Μιτσούκο, η Σίμπα μαζί με τον Ντούντου που ήδη είχε πέσει τρεις φορές από ένα μικρό δεντράκι στο οποίο σκαρφάλωνε για να δει καλύτερα και πολλοί άλλοι που είχαν υπακούσει στο κάλεσμα του Νιαούρη.
Έλειπε μόνο η Μαντάμ Στάχτη αλλά ήταν εκεί η Χαρούλα σαν εκπρόσωπός της.


Ο Νιαούρης ήρθε με το αργό επιβλητικό περπάτημά του και μ’ ένα ξαφνικό πήδο ανέβηκε στη σκηνή του σινεμά για να τον βλέπουν και να τον ακούν όλοι. Πριν προλάβει να μιλήσει, ο Κασίμ πήρε το λόγο.

Κασίμ: «Νιαούρη γάτε, έκανες μια πρόταση και τη δεχθήκαμε. Μαζευτήκαμε όλοι εδώ αλλά πιστεύω πως χάνουμε πολύτιμο χρόνο. Κατά τη γνώμη μου πρέπει να δράσουμε αμέσως και να δείξουμε στον Κοιλίνο πως δεν είναι πιο δυνατός ή πιο έξυπνος από μας. Πρέπει να τον κάνουμε να φύγει… με κάθε τρόπο….»

Νιαούρης: «Κασίμ, δεν έχω αντίρρηση. Σίγουρα είμαστε και πιο έξυπνοι και επειδή είμαστε περισσότεροι είμαστε και πιο δυνατοί. Όμως είναι σωστό, όλοι εμείς που είμαστε πιο δυνατοί να τα βάλουμε με ένα γάτο και μάλιστα να βάλουμε στο σακί και να τον πετάξουμε στη θάλασσα; Είναι σωστό αυτό ;  Είναι δίκαιο ; Μήπως τη δύναμή μας πρέπει να την χρησιμοποιήσουμε με άλλο τρόπο ;»

Κασίμ :  «Τι τρόπο ; Είναι εχθρός μας. Θα μας πάρει όλο το φαΐ και συ μιλάς για δίκιο και ισότητα ; Αυτό που σκοπεύει να κάνει εκείνος είναι δίκαιο ; Όλα τα ψάρια δικά του ; Που ξανακούστηκε ;»

Οι υπόλοιποι από κάτω δεν μιλούσαν καθόλου παρά έξυναν σκεφτικά το κεφάλι τους και μύριζαν πέρα δώθε στον αέρα, μόνο ο Ντούντου έπεφτε και ξανάπεφτε από το δεντράκι μ’ ένα υπόκωφο θόρυβο, τόχε βρει παιχνίδι μάλλον…

Νιαούρης: «Δίκιο έχεις αλλά εγώ επιμένω πως έχουμε κι άλλο τρόπο να τον κάνουμε ν’ αλλάξει συμπεριφορά. Μπορούμε να τον καλέσουμε σε μια συγκέντρωση και να του μιλήσουμε…»

Κασίμ: «Να του μιλήσουμε ; Α, τώρα θα γελάσω και όχι μόνο εγώ…. Να μιλήσουμε στον εχθρό μας ; μήπως και να τον παρακαλέσουμε ; Εκείνος μας μίλησε ; ΟΧΙ. Με πονηρό τρόπο πλεύρισε τον Τόμπι, και αποφάσισε να κάνει δικό του το μερίδιο που ο κυρ Βρεγμένος μας έδινε ! Γιατί δεν μας είπε πως πεινάει ; Εμείς θα του δίναμε.»

Ο Νιαούρης σάστισε λίγο γιατί ο Κασίμ δεν είχε και πολύ άδικο αλλά γρήγορα συνήλθε και πήρε το λόγο.

Νιαούρης: «Δηλαδή, προτείνεις πόλεμο Κασίμ ; Γιατί σίγουρα θα γίνει μεγάλη συμπλοκή. Ξέρουμε αν ο Κοιλίνος έχει δικούς του γάτους γύρω γύρω ; Λες μόνος του να τόλμησε να κάνει τέτοια ξεροκεφαλιά ; Σίγουρα κάπου βασίζεται. Κι αν ξεκινήσει ο πόλεμος πόσοι από μας θα χαθούν ή θα μείνουν ανήμποροι στο σπίτι για όλη τους τη ζωή ; Αυτά τα σκέφθηκες Κασίμ ; Έτσι απλό είναι να τον βάλουμε στο σακί και να τον πετάξουμε στη θάλασσα ; Και πάντως εγώ σαν πρώτο βήμα εξακολουθώ να πιστεύω πως πρέπει να τον φέρουμε στο… πιάτο του διαλόγου. Θα του κάνουμε ένα ωραίο τραπέζι και θα του εξηγήσουμε…»

Κασίμ: «………..ναι, ο πόλεμος έχει και θύματα, δεν γίνεται αλλιώς… αλλά έχουμε το δίκιο με το μέρος μας…. Θα νικήσουμε…!»

Νιαούρης: «Ακριβώς επειδή έχουμε το δίκιο με το μέρος μας θα καταφέρουμε να τον πείσουμε γι αυτό χωρίς απώλειες….»

Όλοι οι άλλοι που είχαν αρχίσει να διαμορφώνουν τόση ώρα, γνώμη ίδια με του Νιαούρη, άρχισαν σιγά σιγά να μουρμουρίζουν μεταξύ τους:" πως έτσι είναι το σωστό και πως θα ήταν κρίμα να χαθούν γατίσιες ζωές χωρίς να προσπαθήσουν πρώτα με ειρηνικό τρόπο να λύσουν τη διαφορά αυτή…»

Η Ρορίτσα, που τόση ώρα κοίταζε το Νιαούρη με το στόμα ανοιχτό από τον θαυμασμό είπε πρώτη

Ρορίτσα: «Νιαούρη καλέ, συμφωνώ μαζί σου τα λες πολύ ωραία και γω είμαι πρόθυμη να σας καλέσω σπίτι μου, μια και μένω μόνη μου, να σας κάνω το τραπέζι για να μιλήσετε….»

Νιαούρης: «Ευχαριστούμε Ρορίτσα, πολύ καλή η ιδέα σου, θα σε ενημερώσω πότε…»
Ρορίτσα: «Να με ενημερώσεις σύντομα Νιαούρη... μου …»
Μπέλα: «Ρορίτσα, συμμαζέψου επιτέλους…»
Ρορίτσα: «Μπέλα δεν είχα ποτέ προσέξει πόσο όμορφα μάτια είχε ο Νιαούρης…»
Μπέλα: «Δεν είναι λίγο μεγάλος για σένα …;»
Ρορίτσα: «Ναι είναι αλλά γι αυτό είναι και τόσο σοφός και γω τον θαυμάζω….»

Έτσι λοιπόν, συμφώνησαν όλοι να πάνε αμέσως έξω από το μαγαζί του κυρ Βρεγμένου και να στείλουν μήνυμα στους δυο «φυλακισμένους» να βγουν έξω για να μιλήσουν…

Νιαούρης: «Θα χρειαστεί ένας μικρόσωμος από μας, να μπει κρυφά στο μαγαζί και να κατέβει να τους βρει στο υπόγειο…»

Πριν τελειώσει τη φράση του, ο γνωστός θόρυβος του Ντούντου ακούσθηκε που έπεφτε από το δεντράκι και τους έδωσε τη λύση… θα στέλνανε τον Ντούντου

Νιαούρης: «Νεαρέ Ντούντου σου έχω ακόμα μια αποστολή…»

Ο Ντούντου σαν πραγματικό λάστιχο στέκεται στα πόδια του και

Ντούντου: «ΔέχομαιμέσωςγάτεΝαιούρηαλλάδενμουέδωσεςακόματηλιχουδιάπουσουζήτησα»

Νιαούρης: «Ωχ,ωχ που να βρω σαλάμι αέροςΛευκάδος;»

Ντούντου: «ξέρωκάποιονπουσίγουραέχει.ΗΜαντάμΣτάχτη»

Νιαούρης: «Βρε για δες, τούτο εδώ έχει και μυαλό…κοφτερό, γατίσιο. Σωστά, Ντούντου. Θα διπλασιάσω τη προσφορά. Έλα να σου πω τώρα τι πρέπει να κάνεις…»

Ντούντου: «Ξέρωξέρω.Θα μπω στου κυρ Βρεγμένουνα βρω τους γάτουςκαινατουςκάνωναβγουνέξω»

Νιαούρης: «…………………………» κοιτάει με θαυμασμό το γιο της Σίμπα που κι αυτή έχει πλησιάσει και τον καμαρώνει προσπαθώντας να του καθαρίσει τη γούνα του.
Η σύναξη διαλύθηκε ήσυχα και όλοι πήραν το δρόμο για το μαγαζί του κυρ Βρεγμένου.
Ήταν πολύ πρωί, γιατί όπως όλοι ξέρουμε τα ψαράδικα ανοίγουν με το πρώτο φως της μέρας και μόλις ξεπουλήσουν το εμπόρευμα κλείνουν. Έτσι μέσα στο μαγαζί του κυρ Βρεγμένου ήταν κλεισμένοι από χθες το μεσημέρι ο Κοιλίνος και ο Τόμπι και μάλιστα χωρίς φαί, γιατί όταν το μαγαζί κλείνει, ο κυρ Βρεγμένος δεν αφήνει μέσα ίχνος ψαριού.
Ο Νιαούρης και ο Ντούντου προπορεύτηκαν και από πίσω η Σίμπα, η Ρορίτσα και η Μπέλλα, πιο πίσω ο Κασίμ, αρκετά σκεφτικός και προβληματισμένος…


Όταν έφτασαν μπροστά στο μαγαζί ήταν η ώρα που ο ψαράς κατέβαζε από το αυτοκίνητό του μεγάλα καφάσια που μέσα είχαν ψάρια. Η παρέα το ήξερε αυτό και κάποιοι βιάστηκαν να πλησιάσουν το αυτοκίνητο για να τσιμπήσουν το πρώτο μεζέ. Ο Νιαούρης τους συγκράτησε :

Νιαούρης: «Όχι φίλοι μου, δεν είναι η στιγμή καλή για μεζέ. Θα μας ακούσουν οι από μέσα και θα γίνει χαμός. Ας κάνουμε σιγά, ας κρυφτούμε καλύτερα και ας αφήσουμε τον Ντούντου να μπει μέσα στο μαγαζί και να δώσει το μήνυμά μας στους δυο γάτους».

Έτσι κι έγινε. Κρύφτηκαν πίσω από ένα τοιχάκι και ο Ντούντου προχώρησε με όλο το θάρρος και την ανεμελιά της άγνοιας…
Μπήκε κρυφά στο μαγαζί κάποια στιγμή πως ο κυρ Βρεγμένος ήταν σκυμμένος στο φορτηγό του αλλά μόλις πλησίασε στην καταπακτή του υπογείου ένοιωσε δυο δυνατές πατούσες να του πιέζουν το κεφάλι στη γη, ενώ στα μικρά αυτιά του αντηχούσε απειλητική η φωνή του Κοιλίνου : «Δεν θα βγεις ζωντανός από δω μέσα, θα σε κρατήσω αιχμάλωτο κι έτσι θα εκβιάσω τη παλιοπαρέα σου…».
Μερικά βήματα πιο πίσω, ο Τόμπι με τεράστια ανοιχτά μάτια, παρακολουθούσε τη σκηνή και η καρδούλα του χτυπούσε τόσο δυνατά που μπορούσε να την ακούσει κάποιος ακόμα και έξω από το μαγαζί.
Ο καλοταϊσμένος γάτος του κυρ Βρεγμένου ήταν η τραγική φιγούρα αυτής της ιστορίας. Πώς ένα τόσο καλό και συμπονετικό γατί είχε μπλέξει σ’ αυτή την άσχημη ιστορία ήταν ν’ απορεί κανείς.
Μάλλον δεν σκέφθηκε σωστά ή μπορεί και να μην σκέφθηκε καθόλου τη στιγμή που ο ξένος εμφανίσθηκε και τον πήρε με το μέρος του χαρίζοντάς του διάφορα πράγματα…
Τώρα όμως ήξερε… γιατί χαζός δεν ήταν, πως ο Κοιλίνος τον είχε χρησιμοποιήσει για να αρπάξει απ’ αυτόν και τους φίλους του, το μερίδιό τους σε ψαράκια. Κι αυτό ήταν πολύ κακό  και έπρεπε με κάθε τρόπο να αλλάξει.
«Εγώ φταίω για όλα…» σκεφτόταν ο γατούλης και η γούνα του σηκωνόταν όρθια από φόβο για όλα αυτά που γίνονταν  και από αγανάκτηση γι’ αυτόν που νόμιζε «φίλο» του.
Εν τω μεταξύ ο Ντούντου, που δεν τον ένοιαζε και πολύ η εμφάνιση της γούνας του ή η σωματική του ακεραιότητα, είχε ήδη χάσει το μισό του αυτάκι σε κάποια άλλη συμπλοκή, είχε καταφέρει και είχε ξεφύγει από τις πατούσες του Κοιλίνου και προφυλαγμένος τώρα κάτω από ένα καφάσι όπου δεν χωρούσε να μπει ο Κοιλίνος άρχισε να του λέει : «η μαμά μου και ο γάτος Νιαούρης αλλά και όλοι οι άλλοι θέλουν να βγεις έξω για να συζητήσετε…»
Ο Κοιλίνος γέλασε μ’ ένα γέλιο ειρωνικό και κακό «τόσο χαζό με περνάς μικρέ ; να βγω έξω για να μου επιτεθούν όλοι μαζί ; μήπως δεν ξέρω τι θέλουν ; θα με βγάλουν από τη μέση για να έχουν όλα τα ψάρια δικά τους. Ε, λοιπόν όχι, εγώ θα έχω τα ψάρια κι αυτοί ό,τι τους δίνω εγώ… θα γίνει πόλεμος γι’ αυτό το θέμα. Δεν υποχωρώ καθόλου».
Ο Τόμπι είχε αρχίσει να τρέμει από τα νεύρα του και η ουρά του έτρεμε ακόμα περισσότερο σαν να τη χτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Όταν άκουσε πια κι αυτό, ότι… θα γίνει πόλεμος για τα ψάρια… ε, αυτό πια πήγαινε πολύ και αυθόρμητα του ήρθε στο στόμα μια παροιμία που είχε ακούσει κάποτε από το αφεντικό του «δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα..» και τόλμησε να υψώσει το ανάστημά του να σταθεί καμαρωτός μπροστά στον εισβολέα Κοιλίνο και να του πει : «ένα μόνο θα σου πω Κοιλίνο, δεν θα αφήσω να ξεγελάσεις τους φίλους μου, όπως ξεγέλασες εμένα χαρίζοντάς μου ένα περιλαίμιο. Ήμουν πολύ ανόητος που σε πίστεψα. Αν θέλεις πόλεμο, θα έχεις πόλεμο αλλά ψάρια μέσα από το μαγαζί του αφεντικού μου δεν πρόκειται να φας και όσο για το περιλαίμιο σου το δίνω πίσω».
Και τη στιγμή αυτή ακριβώς, με περισσή τόλμη, θάρρος και επιδεξιότητα ο Τόμπι τον πλησίασε και αστραπιαία του πέρασε το περιλαίμιο στο κεφάλι αλλά και στο ένα μπροστινό του πόδι, καθώς εκείνη τη στιγμή ο Κοιλίνος χειρονομούσε σείοντας απειλητικά τα μπροστινά του πόδια. Έτσι, τον ακινητοποίησε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Ντούντου που δεν περίμενε τέτοια εξέλιξη.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα εκείνος που απειλούσε ότι θα κρατήσει τον Ντούντου αιχμάλωτο, ήταν ο ίδιος αιχμάλωτος…
Ο Ντούντου και ο Τόμπι με τεράστια ικανοποίηση και με τα μουστάκια τους να χοροπηδάνε γελαστά τράβηξαν τον Κοιλίνο έξω από το μαγαζί και μπροστά στο σιωπηλό πλήθος των υπόλοιπων γατών που περίμεναν δήθεν αδιάφορες λίγο πιο κάτω, τον άφησαν και στάθηκαν δίπλα του σαν φρουρά, για να μην τους το σκάσει πάλι.

Ο Κοιλίνος δεν είχε κουράγιο ούτε το κεφάλι του να σηκώσει να δει τις υπόλοιπες γάτες. Ήταν ένας ρεζιλεμένος γάτος. Ένα μικρό γατί και ένα μαμόθρεφτο γατί είχαν καταφέρει να τον κάνουν ρεζίλι και να τον σύρουν αιχμάλωτο μπροστά στο δικαστήριο. Δεν είχε σωστά μετρήσει τη κατάσταση. Θάθελε να βρεθεί μπροστά του ένα πηγάδι για να πέσει μέσα…

Αφού πέρασε η πρώτη μεγάλη έκπληξη των γατών, ακούστηκε κάποια δειλή φωνούλα να λέει: «ας προχωρήσουμε λίγο προς τη πλατεία, υποσχέθηκα στη μαντάμ Στάχτη να της πάμε κάτω από το μπαλκόνι της τον φοβερό κλέφτη Κοιλίνο ώστε να μπορέσει κι αυτή να είναι μπροστά σε ό,τι κι αν αποφασίσουμε.»

Εντάξει Χαρούλα, είπε ο Νιαούρης και η πορεία ξεκίνησε κρατώντας πάντα περικυκλωμένο στη μέση τον Κοιλίνο. Κάποιοι ύψωναν το κεφάλι τους απειλητικά και κάποιοι τον χάϊδευαν τρυφερά…. στη πλάτη του με τα νύχια τους… άλλοι τον κορόϊδευαν όσο για τον Ντούντου, δεν περπατούσε αλλά πηδούσε δίπλα στον Νιαούρη υπενθυμίζοντάς του: «σαλάμι αέρος, σαλάμι αέρος…»

Έφτασαν λοιπόν κοντά στο μπαλκόνι της Στάχτης και απλώθηκαν όσο πιο ήσυχα μπορούσαν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Η Στάχτη ανυπόμονη κτυπούσε ρυθμικά το χέρι της στο κάγκελο και μόλις ξεχώρισε τη Χαρούλα μέσα στο πλήθος της ζήτησε να ανέβει και κείνη στο μπαλκόνι για να της πει λεπτομέρειες.
Στο μεταξύ με όλη τη δύναμη της φωνής της είπε : «Νιαούρη και όλοι οι υπόλοιποι νομίζω πως πρέπει να βγάλετε αυτό το περιλαίμιο από αυτόν τον ξένο και μετά να μιλήσετε μαζί του, δεν είναι σωστό να είναι δεμένος…».
Τότε οι φωνές δυνάμωσαν :

α’ φωνή : δεμένος ; στο σακί έπρεπε να είναι…

β’ φωνή : θα φύγει πάλι ο άθλιος…

Κασίμ : κυρά Στάχτη όχι κι έτσι… τόση καλοσύνη… όχι κι έτσι…
Πρέπει να τιμωρηθεί.

Νιαούρης : Ναι μαντάμ έχετε δίκιο…
 
Στάχτη: Κασίμ συγκρατήσου, πρέπει να τιμωρηθεί αλλά πρώτα πρέπει να του δώσουμε την ευκαιρία να καταλάβει ότι αυτό που ήθελε δεν ήταν ούτε καλό ούτε δίκαιο.


Το πλήθος ήταν πια αρκετά ήσυχο γιατί ο Κοιλίνος ήταν περικυκλωμένος και γιατί σίγουρα ο Νιαούρης και η Στάχτη θα έβρισκαν τη σωστή και πιο δίκαιη λύση.

Εν τω μεταξύ η Χαρούλα ψιθύριζε στο αυτί της Στάχτης όλες τις λεπτομέρειες του γεγονότος δίνοντας έμφαση στην αποτελεσματικότητα του Ντούντου και του Τόμπι. Η Στάχτη κουνούσε ικανοποιημένη το κεφάλι της για τον μικρό Ντούντου που λίγο πολύ τον είχε υπό την προστασία της και σκεφτόταν πως θα έπρεπε να του διπλασιάσει την ανταμοιβή του σε σαλάμι αέρος…

Νιαούρης : Ξένε, όπως βλέπεις σου βγάζω το περιλαίμιο και σου δίνουμε μια ευκαιρία να μας πεις και να μας εξηγήσεις γιατί έκανες όλα αυτά που έκανες.

Ο Κοιλίνος σήκωσε πολύ αργά το κεφάλι του και μαζεύοντας όσο κουράγιο του είχε απομείνει είπε:

«προτιμώ να με τιμωρήσετε ό,τι και να σας εξηγήσω εσείς δεν θα καταλάβετε, ιδίως αυτή εκεί στο μπαλκόνι και συ χοντρέ…»

Κασίμ: Νάτο, δεν στα λεγα εγώ, είναι αμετανόητος…

Ο Νιαούρης ταράχτηκε λίγο που τον είπε χοντρό αλλά το προσπέρασε.
Νιαούρης : Γιατί το λές αυτό ; Εμείς εδώ ζούμε αρμονικά τόσα χρόνια και καταλαβαίνουμε πολύ καλά ο ένας τον άλλον, όσο για τη Μαντάμ Στάχτη, αν και ζει μια άνετη ζωή ποτέ δεν έχει σταματήσει να βοηθάει όσους χρειάζονται βοήθεια…

Κοιλίνος: άκου χοντρέ γάτε, εγώ ήρθα στη πόλη σας από πολύ μακριά και ήθελα να εξασφαλίσω το φαί μου, δεν θέλω να ζητιανεύω και να μου δίνετε ό,τι δεν θέλετε εσείς…

Νιαούρης: και πιστεύεις πως αυτός ήταν ο σωστός τρόπος ; με τη βία να στερήσεις από όλους εμάς το φαί για να το πάρεις εσύ, τόσες γάτες εδώ και τόσα μικρά γατιά νηστικά για να τρως μόνο εσύ ; που είναι η δικαιοσύνη ;

Ο Κοιλίνος δεν μπόρεσε να απαντήσει και έσκυψε ξανά το κεφάλι.
Νιαούρης : Και για πες μας από πού ήρθες ; πόσο μακριά ήταν η πόλη σου ;

Ο Κοιλίνος άρχισε να διηγείται την ιστορία του .
Είχε έρθει από μια μακρινή χώρα χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα και τη πονηριά που διέθετε. Η χώρα του ήταν σε πόλεμο και άνθρωποι σκληροί και βίαιοι πολεμούσαν και σκοτώνονταν μεταξύ τους. Τα περισσότερα σπίτια στη πόλη του αλλά και σε όλη τη χώρα είχαν γκρεμιστεί και όσο για φαΐ, μόνο το θυμόντουσαν.
Κανείς πια δεν μπορούσε να ζήσει εκεί πέρα, όλοι έφευγαν για να βρουν ησυχία και να ξεκινήσουν τη ζωή τους ξανά. Έτσι και κείνος.

Όλοι είχαν μείνει άφωνοι και άκουγαν με μεγάλο ενδιαφέρον την ιστορία του Κοιλίνου κι όταν εκείνος σταμάτησε για λίγο άρχισαν μεταξύ τους να συζητάνε.

Α΄φωνή : Βρε το γάτο τι έπαθε, που να το φανταστεί κανείς
Β’ φωνή : Αν είναι δυνατόν, αυτός έχει πάθει σοκ, πρέπει να τον περιποιηθούμε.
Σ’ αυτό το σημείο επενέβη η Στάχτη πάλι
Στάχτη: Και καλά Κοιλίνο, έχεις περάσει τόσα και ήρθες εδώ, να φέρεις και δω τον πόλεμοπ;Αν θες να μείνεις εδώ και να γίνεις ένας από μας, θα πρέπει να αποφασίσεις πως θα μοιράζεσαι τα πάντα μαζί μας και θα δέχεσαι τα πάντα από μας. Αν βγαίνεις κυνήγι και φέρνεις πολλά θα πρέπει να δίνεις και σ’ αυτούς που δεν μπορούν να κυνηγήσουν. Αν κάποιος άλλος έχει πολύ φαί και συ δεν έχεις θα σου δίνει εκείνος… μόνο έτσι μπορείς να μείνεις εδώ και δεν νομίζω ότι θα βρεις κάπου καλύτερα.
Ο Κοιλίνος λίγο σαστισμένος από αυτή τη λύση που δεν την είχε σκεφθεί άρχισε να μυρίζει έντονα γύρω του, προσπαθώντας να πάρει μια απόφαση, η ουρά του άρχισε να κινείται έντονα και η Ρορίτσα που είχε προσφερθεί να κάνει σε όλους το τραπέζι για να μπορέσουν να συζητήσουν, επανέφερε το θέμα
Ρορίτσα: Το φαί μας περιμένει…τι θα γίνει ;
Κοιλίνος: Α, έτσι απλά είναι τα πράγματα εδώ ; τότε δέχομαι, συγγνώμη δεν ήξερα ότι εδώ ζείτε έτσι… δέχομαι, δέχομαι ...

Και ονειρευόταν ήδη διάφορα πιατάκια με τροφή και γάλα γιατί όπως και να το κάνουμε η κοιλίτσα του ήταν άδεια και γουργούριζε, γιατί τίποτε σημαντικό δεν είχε φάει τόσες μέρες που ταξίδευε…
Όλη η γατοπαρέα χάρηκε πολύ με την απόφαση αυτή του Κοιλίνου και επίσης για τον τρόπο που χειρίστηκαν ο Νιαούρης και η Στάχτη το θέμα.
Η Στάχτη φανερά ικανοποιημένη τους έριξε από το μπαλκόνι ένα μπαστούνι σαλάμι και τους είπε:
Μια και δεν μπορώ να έρθω μαζί σας στης Ρορίτσας σας δίνω ένα μεζέ…
Και πέταξε και ένα ολόκληρο μπαστούνι στο Ντούντου καθώς ήταν η υπόσχεση..
Ο Κοιλίνος γεμάτος έκπληξη κοίταζε τα σαλάμια να πέφτουν από τον ουρανό…
Μα καλά, που τα βρίσκει όλα αυτά, αυτή η ….
Ρορίτσα: κάθε καλοκαίρι κάνει διακοπές στη Λευκάδα με τη κυρά της, εξκεί τα βρίσκει και μετά τα φέρνει εδώ και τα δίνει σε μας….
Κοιλίνος : Α, έτσι λοιπόν, κάθε καλοκαίρι κάνει και διακοπές ;
Ρορίτσα: Ναι σου λέω, και μπορούμε και μεις να πάμε αν θέλουμε, κάθε καλοκαίρι μας προσκαλεί…   είπε η Ρορίτσα αφήνοντας να εννοηθεί πως πολύ ευχαρίστως θα πήγαινε με τον Κοιλίνο διακοπές…
Κοιλίνος : Α, έτσι, λοιπόν… και ακολουθώντας τη Ρορίτσα προς το σπίτι της ονειρευόταν ήδη τη καινούργια του ζωή..

 

2-10-2011